Στην Αίγινα, εδώ και ενάμιση μήνα, οι κάτοικοι ζουν χωρίς σταθερή πρόσβαση σε νερό. Δεν έχουν επαρκές νερό για να πιουν, να μαγειρέψουν ή να καλύψουν βασικές ανάγκες υγιεινής. Το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό ούτε περιορίζεται σε λίγες ώρες την ημέρα. Ξεκίνησε στις 15 Δεκεμβρίου και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, επηρεάζοντας περίπου 15.000 μόνιμους κατοίκους σε ένα νησί που βρίσκεται μόλις λίγα μίλια από την Αθήνα.
Το πρόβλημα δεν αφορά την ποιότητα του νερού, αλλά την απουσία του. Και όταν λείπει το νερό, λείπουν μαζί του όλα τα υπόλοιπα: η κανονικότητα, η αξιοπρέπεια, η αίσθηση ότι το κράτος βλέπει και ακούει. Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε διαχείριση ανάγκης. Κάθε μέρα οργανώνεται γύρω από δεξαμενές, μπουκάλια, αναμονή.
Για όσους δεν το ζουν, ίσως ακούγεται σαν «τεχνικό πρόβλημα». Για όσους όμως ζουν εκεί, επηρεάζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Το νερό δεν είναι παροχή πολυτελείας. Είναι προϋπόθεση ζωής. Κι όμως, για ενάμιση μήνα, οι κάτοικοι της Αίγινας καλούνται να προσαρμοστούν σε συνθήκες που θυμίζουν έκτακτη ανάγκη, χωρίς να υπάρχει αίσθηση επείγοντος από εκεί που θα έπρεπε.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η διάρκεια του προβλήματος, αλλά η κανονικοποίησή του. Όταν η έλλειψη τραβήξει αρκετά, παύει να είναι «έκτακτη». Γίνεται φόντο. Και τότε ο πήχης των προσδοκιών πέφτει επικίνδυνα χαμηλά: από το «πότε θα λυθεί» στο «πώς θα αντέξουμε λίγο ακόμα».
Η Αίγινα δεν είναι απομονωμένο νησί. Δεν είναι ακριτικό σημείο χωρίς υποδομές. Είναι ένας τόπος με μόνιμο πληθυσμό, με ηλικιωμένους, παιδιά, επαγγελματίες, ανθρώπους που εργάζονται και ζουν εκεί όλο τον χρόνο. Όταν 15.000 κάτοικοι δεν έχουν πρόσβαση σε νερό για βασικές ανάγκες, το πρόβλημα δεν είναι τοπικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό.
Κάθε κρίση υποδομών είναι τελικά κρίση προτεραιοτήτων. Δείχνει τι θεωρούμε επείγον και τι μπορεί να περιμένει. Και εδώ, το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα αποκατασταθεί η υδροδότηση, αλλά γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο σημείο όπου το αυτονόητο έγινε διαπραγματεύσιμο.
Το νερό δεν είναι κάτι που «αντέχεται» να λείπει. Δεν είναι θέμα υπομονής ή κατανόησης. Είναι υποχρέωση. Και όσο καθυστερεί η λύση, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που σχεδιάζουν πολιτικές και σε αυτούς που κουβαλάνε μπουκάλια για να μαγειρέψουν.
Η Αίγινα δεν ζητά κάτι παραπάνω από το ελάχιστο. Ζητά να επιστρέψει στην κανονικότητα. Και αυτό, σε μια σύγχρονη κοινωνία, δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειάζεται άρθρο για να ειπωθεί.







